αἴτιος

αἴτιος, , -ον
Grammatical information: adj.
Meaning: `guilty, responsible' (Il.)
Derivatives: αἰτία `responsibility, guilt, cause; accusation' (or direct from *αἶτος, s. below); denominative αἰτιάομαι `accuse, charge'.
Origin: GR [a formation built with Greek elements].
Etymology: αἴτιος, αἰτία and αἰτέω will have been derived from *αἶτος `share' (s. αἴνυμαι, αἰτέω), which is semantically also understandable; cf. Av. aēta- `punishment'. - On retained -τι- s. Schwyzer 270.
Page in Frisk: 1,47

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἴτιος — culpable masc nom sg αἴτιος culpable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίτιος — ια, ιο (AM αἴτιος, ία, ιον και σπάνια ιος, ιον) 1. (στα νεοελλ. ως ουσ.) ο αίτιος, αυτός εξαιτίας τού οποίου συμβαίνει κάτι, υπαίτιος, υπεύθυνος 2. το ουδ. ως ουσ. το αίτιο* (μσν. αρχ.) 1. (και ως ουσ.) ένοχος κολάσιμης πράξης, υπόδικος,… …   Dictionary of Greek

  • αίτιος — α, ο 1. ο υπεύθυνος, ο υπόλογος για κάτι: Αυτός ήταν ο αίτιος της καταστροφής τους. 2. το ουδ. ως ουσ., το αίτιο η αιτία: Το κύριο αίτιο για την κατάσταση αυτή είναι η οικονομική αστάθεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίτιος — [этнос] ουσ. а. виновник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰτιώτερον — αἴτιος culpable adverbial comp αἴτιος culpable masc acc comp sg αἴτιος culpable neut nom/voc/acc comp sg αἴτιος culpable masc acc comp sg αἴτιος culpable neut nom/voc/acc comp sg αἴτιος culpable adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωτάτω — αἴτιος culpable masc/neut nom/voc/acc superl dual αἴτιος culpable masc/neut gen superl sg (doric aeolic) αἴτιος culpable masc/neut nom/voc/acc superl dual αἴτιος culpable masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωτάτων — αἴτιος culpable fem gen superl pl αἴτιος culpable masc/neut gen superl pl αἴτιος culpable fem gen superl pl αἴτιος culpable masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωτέρων — αἴτιος culpable fem gen comp pl αἴτιος culpable masc/neut gen comp pl αἴτιος culpable fem gen comp pl αἴτιος culpable masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώτατα — αἴτιος culpable adverbial superl αἴτιος culpable neut nom/voc/acc superl pl αἴτιος culpable adverbial superl αἴτιος culpable neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώτατον — αἴτιος culpable masc acc superl sg αἴτιος culpable neut nom/voc/acc superl sg αἴτιος culpable masc acc superl sg αἴτιος culpable neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτίω — αἴτιος culpable masc/neut nom/voc/acc dual αἴτιος culpable masc/neut gen sg (doric aeolic) αἴτιος culpable masc/fem/neut nom/voc/acc dual αἴτιος culpable masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) αἰτέω ask pres subj act 1st sg (doric) αἰτέω ask pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.